Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Το άγχος της μητέρας περνάει και στο έμβρυο

 
Το στρες της μητέρας μπορεί να μεταδοθεί, ως φαίνεται, και το μωρό που φέρει μέσα στην κοιλιά της, με μόνιμες για το παιδί δυσάρεστες συνέπειες.
Γερμανοί ερευνητές βρήκαν ότι, ένας ορμονικός υποδοχέας που σχετίζεται με το στρες, μπορεί να υποστεί σημαντικές και μόνιμες αλλαγές σε ένα έμβρυο που η μητέρα του έχει υπερβολικό άγχος. Έτσι, το παιδί αυτό μεγαλώνοντας, σίγουρα δεν θα είναι σε θέση να ελέγχει το άγχος του, ενώ μπορεί να παρουσιάσει ψυχικές διαταραχές και προβλήματα συμπεριφοράς.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύονται στο περιοδικό Translation Psychiatry, βασίζονται σε μια μικρού εύρους μελέτη, στην οποία έλαβαν μέρος 25 γυναίκες και τα παιδιά τους.
Βέβαια, οι μητέρες που έλαβαν μέρος σε αυτή την έρευνα, επισημαίνουν οι επιστήμονες, δεν αντιμετώπιζαν φυσιολογικές καταστάσεις άγχους, μια και οι περισσότερες βρίσκονταν σε συνεχή απειλή βίας από το σύντροφό τους, με αποτέλεσμα τα επίπεδα του άγχους τους να ξεπερνούν αυτά μιας τυπικής ημέρας μια εγκυμονούσας.
Εκ του αποτελέσματος όμως, οι έρευνες θα συνεχιστούν σε ευρύτερη κλίμακα, έτσι ώστε να διαπιστωθεί η επίδραση που μπορεί να υπάρχει ακόμα και όταν το άγχος της μητέρας είναι μικρό.
Παρόλα αυτά, δεν πρέπει κανείς να ξεχνάει ότι, η περίοδος της κυοφορίας, είναι ένα πολύ ευαίσθητο διάστημα για τη σωστή και ολοκληρωμένη ανάπτυξη ενός παιδιού και οι τυχών έντονες αντιδράσεις της μητέρας μπορεί να έχουν ακόμα και αρνητικό αντίκτυπο για τη μελλοντική υγεία του παιδιού της. 

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Διαταραχές διατροφής και γυναίκες

diet_mondayΜε τον όρο «διατροφικές διαταραχές» στην ενήλικη ζωή εννοούμε κυρίως την ψυχογενή ανορεξία, την ψυχογενή βουλιμία και την παχυσαρκία. Οι διαταραχές της διατροφής παρουσιάζονται κυρίως σε γυναίκες σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους και όχι μόνο στην εφηβεία.
Τα πολιτισμικά και κοινωνικά πρότυπα που θέλουν τη γυναίκα αδύνατη έχουν μετακινήσει την ηλικία έναρξης μιας διατροφικής διαταραχής μέχρι και τα 60 χρόνια. 
Αν και οι λόγοι για την εμφάνιση μιας διατροφικής διαταραχής μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με το άτομο και τα βιώματά του, τα συναισθήματα που έχει η γυναίκα για τον εαυτό της είναι συνήθως τα ίδια: αυτολύπηση, ντροπή, απαξίωση, χαμηλή αυτοεκτίμηση όταν τα κιλά μπαίνουν ή δε χάνονται.
Οι γυναίκες σκέφτονται ότι για να είναι χαρούμενες, πρέπει να είναι αδύνατες, ότι μόλις αποκτήσουν το «ιδανικό» βάρος, η ζωή τους θα γίνει τέλεια.
Κάποιες μπορεί να νιώθουν ότι γύρω τους, στην οικογένεια, στη συζυγική σχέση, στα παιδιά τους, συμβαίνουν πράγματα που δεν μπορούν να ελέγξουν και καταφεύγουν σε αυτό που μπορούν να ελέγξουν, το βάρος τους. Στην παχυσαρκία ιδιαίτερα, οι γυναίκες κατακλύζονται από ενοχικά συναισθήματα για το βάρος τους, ενώ παράλληλα η ενασχόληση με αυτό τις εμποδίζει να δούνε άλλα σημαντικότερα προβλήματα στη ζωή τους και στις σχέσεις τους.

 Οι λόγοι για την εμφάνιση των διατροφικών διαταραχών σε όλη τη διάρκεια της ζωής μιας γυναίκας είναι ποικίλοι. Στις ηλικίες των 20 και 30 ετών η μη-εύρεση ερωτικού συντρόφου μπορεί να αποδίδεται στα παραπάνω κιλά ή στην όχι-τέλεια εξωτερική εμφάνιση. Στη συνέχεια, τα υψηλά ποσοστά διαζυγίων οδηγούν τις γυναίκες στην αναζήτηση ερωτικού συντρόφου στις ηλικίες των 40 και των 50 ετών.
Ίσως να πιστεύουν ότι για να βρουν σύντροφο, θα πρέπει να είναι αδύνατες. Αν ο γάμος τους έχει τερματιστεί λόγω απιστίας του συζύγου, μπορεί να κατηγορούν τον εαυτό τους γι’ αυτό. Η γυναίκα μπορεί να σκεφτεί ότι ο άντρας της «ξεστράτισε» γιατί δεν τη θεωρεί πια ελκυστική, ότι αν ήταν πιο αδύνατη, ο άντρας δε θα ήταν άπιστος. Βέβαια, όταν η απιστία παρουσιάζεται σε ένα γάμο, συνήθως οι αιτίες είναι άλλες και όχι το βάρος. Μερικές φορές η απόδοση της αιτίας στην εμφάνιση της γυναίκας, εμποδίζει το ζευγάρι να δει πιο καθαρά τα πιο σημαντικά και δύσκολα προβλήματα της σχέσης.
Στις ίδιες περίπου ηλικίες, τα παιδιά φεύγουν από το σπίτι, «η φωλιά αδειάζει» και η γυναίκα που έχει αφιερώσει τη ζωή της στην ανατροφή των παιδιών καταφεύγει στο φαγητό για να «γεμίσει» με νόημα τη ζωή της. Μπορεί να νιώθει ότι θα γίνει ευτυχισμένη αν αδυνατίσει ή να τρώει περισσότερο θεωρώντας το φαγητό ανακούφιση. Αργότερα, προς τις ηλικίες των 50 και 60, τα γκρίζα μαλλιά και η αλλαγή του δέρματος σημαίνουν ότι η γυναίκα αμελεί τον εαυτό της, ενώ οι αντίστοιχες αλλαγές στον άντρα θεωρούνται «γοητεία» και «ένδειξη ωριμότητας και κοινωνικού στάτους». 

 Κατά παράδοξο τρόπο, τα κοινωνικά στερεότυπα θέλουν τη γυναίκα τέλεια σύντροφο, τέλεια μητέρα, τέλεια επαγγελματία, τέλεια γυναίκα. Πρέπει να μαγειρεύει νόστιμα φαγητά αλλά η ίδια να μην τρώει πολύ, να φροντίζει τα μέλη της οικογένειάς της βρίσκοντας όμως απαραίτητα χρόνο για τον εαυτό της για να φτιάξει τα μαλλιά και τα νύχια της και να πάει στο γυμναστήριο.
Πρέπει να φέρνει χρήματα στο σπίτι αλλά όχι περισσότερα από το σύντροφό της. Και όταν κάτι από τα παραπάνω δεν το κάνει επαρκώς, συνήθως αποδοκιμάζεται από άλλους ή αποδοκιμάζει τον εαυτό της. Φυσικά αυτοί οι αντιφατικοί ρόλοι που καλείται να αναλάβει, σε συνδυασμό με τον έλεγχο του βάρους, μπορεί κάποιες φορές να έχουν σαν επακόλουθο την κατάθλιψη δηλ. την απώλεια ενδιαφέροντος, τις διαταραχές στον ύπνο και στο φαγητό, τις αρνητικές ιδέες για τον εαυτό και το μέλλον. 

 Έτσι πολλές γυναίκες που καταφεύγουν στην αναζήτηση ψυχολογικής βοήθειας παρουσιάζουν μια μπερδεμένη εικόνα με προβλήματα στη διαχείριση του βάρους τους και των σχέσεών τους με έντονες τις αρνητικές σκέψεις αυτομομφής και αυτο-απαξίωσης. Φυσικά, η καθεμιά από αυτές έχει τη δική της ξεχωριστή ιστορία και όσα την απασχολούν νοηματοδοτούνται στη θεραπεία και αρχίζουν να ξεμπερδεύονται. Δεν μπορούμε όμως να αγνοούμε την πολιτισμική και κοινωνική συμβολή των στερεοτύπων στη διαμόρφωση των κανόνων για το πώς πρέπει να είναι η γυναίκα στη σημερινή κοινωνία. Τα προβλήματα διαμορφώνονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο και για να νοηματοδοτηθούν πρέπει να διερευνηθεί πώς αυτό το πλαίσιο-ευρύτερο ή οικογενειακό- ανακυκλώνει τις στερεότυπες αναπαραστάσεις για το φύλο. Κλείνουμε με τα πολύ περιγραφικά λόγια της Pauline Frederick:
“Όταν ένας άντρας σηκώνεται για να μιλήσει, οι άλλοι ακούνε και ύστερα κοιτάνε.
Όταν μια γυναίκα σηκώνεται για να μιλήσει, οι άλλοι κοιτάνε και, αν τους αρέσει αυτό που βλέπουν, ακούνε”.
Βιβλιογραφικές πηγές
  • Szmukler, G., & Treasure, J. (1994) Handbook of Eating Disorders: Theory, Treatment and Research. Chichester: Wiley
  • Thompson, C. (1996) Older women and eating disorders
    Retrieved from the web: www.mirror-mirror.org
  • Wilson, G.T. & Pike, K.M. (1993) Eating disorders. In D.H. Barlow (Ed.), Clinical Handbook of Psychological Disorders. 2nd Edition. New York: Guildford.
Μαρία ΜπανανήΨυχολόγος ΑΠΘ - MSc Κοινωνικής & Κλινικής Ψυχολογίας ΑΠΘ
e-mail: maria_banani@yahoo.co.uk
Πηγή: http://e-psychology.gr/eating-disorders/594-diatarahes-diatrofhs

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Ποιοι είναι οι στόχοι της Ψυχοθεραπευτικής Παρέμβασης;

Γράφει ο Dr. Γρηγόρης Βασιλειάδης
(M.Sc.Ph.D Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής)
Μολονότι οι ψυχολόγοι - ψυχοθεραπευτές χρησιμοποιούν στην ψυχολογική θεραπεία ένα ευρύ φάσμα από θεραπευτικές μεθόδους και τεχνικές, εκείνο που τους επιτρέπει και στηρίζει την δυνατότητα που έχουν να επιλέξουν είναι, η από κοινού, απόρριψη του ιατροκεντρικού μοντέλου θεραπείας, και η κοινή πεποίθηση σ’ ένα εναλλακτικό μοντέλο θεραπείας.
Οι στόχοι της παρέμβασης που επιχειρεί ο Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπευτής είναι:...
· Η κατανόηση και συνειδητοποίηση της προέλευσης και του τρόπου ανάπτυξης των συναισθηματικών προβλημάτων που βιώνει το άτομο, η οποία θα του επιτρέψει να ασκεί έλεγχο πάνω στα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του.
· Η ανάπτυξη θετικής στάσης του ατόμου απέναντι στον εαυτό του, σε συνδυασμό με ανάπτυξη της ικανότητάς του να αναγνωρίζει τις εμπειρίες εκείνες που έγιναν στο παρελθόν –ή και συνεχίζουν να γίνονται- αντικείμενο κριτικής κι απόρριψης (Αυτο-αποδοχή & Αυτοπεποίθηση).
· Η ανάπτυξη κι ολοκλήρωση του δυναμικού και των ικανοτήτων του ατόμου στην πληρέστερή τους μορφή, και/ή η επίτευξη της ενσωμάτωσης των πλευρών του εαυτού που προηγουμένως βρίσκονταν σε σύγκρουση.
· Η κατάκτηση από τον/την ενδιαφερόμενο/ η ενός υψηλότερου επιπέδου πνευματικής εγρήγορσης.
· Η εύρεση λύσης σ’ ένα συγκεκριμένο πρόβλημα που το άτομο δεν μπορούσε να λύσει μόνο του. · Η απόκτηση μιας γενικής δεξιότητας στη λύση προβλημάτων.
· Η απόκτηση, μέσω εκπαίδευσης, από το άτομο ιδεών και τεχνικών με τις οποίες μπορεί να κατανοεί και να ελέγχει τη συμπεριφορά του.
· Η μάθηση και η κατοχή κοινωνικών και διαπροσωπικών δεξιοτήτων, όπως η διατήρηση βλεμματικής επαφής, η συμμετοχή σε συζητήσεις, η διεκδικητικότητα, κι ο έλεγχος του θυμού.
· Η αλλαγή ή η αντικατάσταση παράλογων ιδεών, ή δυσπροσαρμοστικών τρόπων σκέψης που συνδέονται με αυτο-καταστροφική συμπεριφορά με πιο λειτουργικές σκέψεις.
· Η αλλαγή, ή η αντικατάσταση δυσπροσαρμοστικών ή αυτο-καταστροφικών μορφών συμπεριφοράς.
· Η εισαγωγή στην διαδικασία αλλαγής του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν μικρά ή ευρύτερα κοινωνικά συστήματα (π.χ. το ζευγάρι, η οικογένεια, το σχολείο, οργανισμοί).
· Η σταδιακή απόκτηση δεξιοτήτων αυτογνωσίας κι ενημέρωσης, έτσι ώστε να μπορέσει το άτομο να αντιμετωπίσει κοινωνικές ανισότητες. Στην Συνθετική Ψυχοθεραπεία η έμφαση δίνεται στον άνθρωπο, όχι στο «πρόβλημα»!
Στην σχετική διεθνή βιβλιογραφία έχει αναφερθεί η ύπαρξη 400 περίπου διαφορετικών ψυχοθεραπευτικών σχολών. Από αυτές, οι πιο διαδεδομένες θεραπευτικές προσεγγίσεις είναι η συστημική, η φαινομενολογική – υπαρξιστική, η ψυχοδυναμική, η γνωσιακή-συμπεριφοριστική, και, τέλος, η επιλεκτική και η συνθετική προσέγγιση.
Μολονότι οι ψυχολόγοι - ψυχοθεραπευτές χρησιμοποιούν στην ψυχολογική θεραπεία ένα ευρύ φάσμα από θεραπευτικές μεθόδους και τεχνικές, εκείνο που τους επιτρέπει και στηρίζει την δυνατότητα που έχουν να επιλέξουν είναι, η από κοινού, απόρριψη του ιατροκεντρικού μοντέλου θεραπείας, και η κοινή πεποίθηση σ’ ένα εναλλακτικό μοντέλο θεραπείας. Ένα μοντέλο που βασίζεται στην αλληλεπίδραση αυτών που συμμετέχουν στη θεραπευτική σχέση. Αυτό το μοντέλο ψυχολογικής θεραπείας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην υποκειμενική εκδοχή της εμπειρίας και του κόσμου του ενδιαφερόμενου, καθώς και στον ρόλο του «βοηθού / θεραπευτή». Ο τελευταίος καλείται να βοηθήσει τον ενδιαφερόμενο μέσα από μια συνεργατική σχέση, προσπαθώντας να κατανοήσει την εσωτερική πραγματικότητα του πελάτη / ενδιαφερόμενου, καθώς και τον τρόπο που αυτός ερμηνεύει και κατανοεί τις εμπειρίες του.
Η ιδέα του να «κάνει» ο ψυχοθεραπευτής κάτι στον πελάτη έτσι ώστε να τον θεραπεύσει από την «αρρώστια», αντικαθίσταται από την ιδέα του να «βρίσκεται μαζί» με τον ενδιαφερόμενο, ή την ενδιαφερόμενη, με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνεις την προσωπική του/της ανάπτυξη.
Με άλλα λόγια, αυτό το μοίρασμα της εσωτερικής πραγματικότητας του πελάτη επιτρέπει την ποιοτική αναβάθμιση της σχέσης πελάτη – συμβούλου σε σχέση θεραπευτική. Ακριβώς αυτή η ανάγκη για κατανόηση των δυναμικών που συνιστούν και καθορίζουν την εσωτερική πραγματικότητα είναι που υπαγορεύει στον Ψυχολόγο - Ψυχοθεραπευτή να έχει προσωπική / βιωματική εμπειρία, όντας ο ίδιος σε διαδικασία ψυχολογικής θεραπείας ως θεραπευόμενος για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η αλλαγή προσανατολισμού που επιχειρεί η Ψυχοθεραπεία, από την ιατροκεντρική αντίληψη της διάγνωσης & θεραπείας ατόμων με σημαντική ψυχική διαταραχή, προς μια αναπτυξιακή κατεύθυνση, προϋποθέτει πάνω απ’ όλα σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που σκέφτεται ο ψυχολόγος - θεραπευτής. Δηλαδή, τα προβλήματα και οι κρίσεις που βιώνει ο ενδιαφερόμενος δεν γίνονται πια αντιληπτά ως ενδείξεις ψυχοπαθολογίας, αλλά ως «κανονιστικές» εμπειρίες, που ο ρόλος τους είναι να θέσουν μια πρόκληση στην προσαρμογή του ατόμου, της οικογένειας, ή της ομάδας κατά τη διάρκεια της εξελικτικής του / της πορείας.
Ανθρώπινες εμπειρίες, όπως το πένθος, η ασθένεια, ο χωρισμός είναι στην ουσία τους τέτοιου είδους αναπτυξιακές προκλήσεις. Μια και η έμφαση τελικά δίνεται στην ανάπτυξη του εαυτού, ο Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής, αντί να ενδιαφέρεται για την καταγραφή συμπτωματολογίας, υιοθετεί μια πιο δυναμική οπτική για το τι μπορεί να σημαίνει η διαταραχή ή το πρόβλημα εξελικτικά, βοηθώντας ταυτόχρονα τον άνθρωπο να ανακαλύψει τις κρυμμένες του Δυνάμεις που θα χρησιμοποιήσει προκειμένου, όχι μόνο να «ξεπεράσει» αυτήν την εξελικτική κρίση, αλλά και να την μετουσιώσει σε ευκαιρία για ψυχική ανάπτυξη και πρόοδο. Έχοντας, δηλαδή, υπ’όψην του το σημείο στο οποίο έχει φτάσει το άτομο μέσα στον κύκλο της ζωής του, ο ψυχολόγος το βοηθάει να πορευτεί στη συνέχεια της ζωής του, δουλεύοντας αυτό το «πρόβλημα – πρόκληση» μέσα στη θεραπευτική διαδικασία.
Πηγή: Press-Gr